Όσοι ενδιαφέρονται να ασχοληθούν τα παιδιά τους με ένα συναρπαστικό θαλάσσιο άθλημα μπορούν είτε να προσέλθουν στις εγκαταστάσεις του Ναυτικού Ομίλου είτε να επικοινωνούν με το τηλέφωνο 6975209616 (Πέτρος Τζομάκας).
30/5/11
Καλοκαιρινό πρόγραμμα Ναυτικού Ομίλου Ναυπάκτου
Όσοι ενδιαφέρονται να ασχοληθούν τα παιδιά τους με ένα συναρπαστικό θαλάσσιο άθλημα μπορούν είτε να προσέλθουν στις εγκαταστάσεις του Ναυτικού Ομίλου είτε να επικοινωνούν με το τηλέφωνο 6975209616 (Πέτρος Τζομάκας).
Στα μούτρα σας!
Στην φωτογραφία της Μαρίας Μαράκη φαίνεται καθαρά αν και διακριτικά. Ένας άντρας κρατάει στην αγκαλιά του ένα παιδί και του δείχνει πώς να μουντζώνει τη Βουλή. Και ο μπόμπιρας, τι να κάνει, μουντζώνει ο πατέρας του, μουντζώνει και αυτός. Ανάλογες εικόνες είδαμε μετά την πρώτη συγκέντρωση των «αγανακτισμένων». Μικρά παιδιά στους ώμους των πατεράδων τους να προσπαθούν να φωνάξουν ρυθμικά «κλέφτες - κλέφτες» χειρονομώντας ταυτόχρονα προς το μέρος των τεράτων (δηλαδή της Βουλής). Και οι γονείς τους, να χαμογελούν γεμάτοι υπερηφάνεια στον τηλεοπτικό φακό της μεσημεριανής εκπομπής, με τον ρεπόρτερ να μην μπορεί να κρύψει –και αυτός - τη χαρά του. Από τους χιλιάδες «αγανακτισμένους» βρήκε τους πέντε - δέκα γελοίους που συμπεριφέρονταν σαν παίκτες ρεάλιτι.
Το ίδιο θέαμα το έχω δει και στα γήπεδα. Παιδιά του δημοτικού, όρθια πάνω στα καθίσματα να επιτίθενται στους «αντιπάλους» τους με λέξεις και χειρονομίες που δεν καταλαβαίνουν αλλά που γεμίζουν ικανοποίηση τους γονείς τους που χασκογελούν στα πίσω καθίσματα.
Και τότε και τώρα αναρωτιέμαι τι γονείς είναι αυτοί. Για ταξιτζήδες δεν μου μοιάζουνε. Γιατί θα ήταν μια δικαιολογία. Τόσα χρόνια στο τιμόνι, το χέρι τους έχει πάρει τη μορφή μούντζας, ε μεταδίδουν την γνώση στο παιδί τους. Ταξιτζήδες όμως δεν είναι (αφήστε που οι ταξιτζήδες μετά από τέτοιο κράξιμο την έχουν κόψει νομίζω τη συνήθεια). Ποιοι είναι λοιπόν αυτοί οι γονείς; Ποιοι κατεβάζουν στο Σύνταγμα και στα γήπεδα τα παιδιά τους, πέντε, έξη, εφτά χρονών και τα βάζουν να βρίζουν και να χειρονομούν; Όσο τους προσέχω τόσο μου μοιάζουν με τις φάτσες των … τεράτων που πολεμούν. Απογοητευμένα λαμόγια δηλαδή που δεν αντέχουν το «ρίξιμο» και αντιδρούν σαν προδομένες γκόμενες. Βρίζουν, φτύνουν, χειρονομούν.
Οι αληθινοί «αγανακτισμένοι» έχουν διαφορετική συμπεριφορά. Έτσι νομίζω τουλάχιστον. Δεν χρησιμοποιούν τα παιδιά τους, δεν κουνάνε σημαίες, δεν μετέχουν στο φτηνό χιούμορ περί χοντρών πολιτικών που τρώνε και δεν δίνουν, δεν κρεμάνε πανό με ασυναρτησίες και συνωμοτικά σενάρια. Και τέλος πάντων δεν βρίζουν όλους τους άλλους εκτός από τους εαυτούς τους. Άλλωστε οι αληθινά αγανακτισμένοι αυτού του τόπου γνωρίζουν ότι αυτές οι απλουστεύσεις, μας έφεραν εδώ που μας έφεραν. Τα ζήτω στις λαϊκίστικες κορώνες των πολιτικών. Τα «ου» στους αντιπάλους. Τα αποθεωτικά ναι, στις τρελές υποσχέσεις των κομματαρχών τους. Οι πατριδοκαπηλίες. Τα κομματικά στρατόπεδα με «τα δικά μας» και τα «δικά τους» παιδιά. Ο πολιτικάντικος χουλιγκανισμός είναι αυτός που ενίσχυσε τους ακραίους της πολιτικής και τους έδωσε ασυλία στα μικρά και μεγάλα εγκλήματα τους. Η πεζοδρομιακή αντίληψη περί πολιτικής βάπτισε «σωτήρες», γαλάζια και πράσινα (εναλλάξ) ανθρωπάκια που το μόνο που τους ένοιαζε ήταν το σαρκίο τους (και οι καταθέσεις τους). Δεν θέλω να ξύνω πληγές αλλά οι πολιτικοί που καταρρέουν είναι αυτοί, που δόξασε περισσότερο το πλήθος.
Πριν κάποια χρόνια - όχι και πάρα πολλά για να μην θυμόμαστε - κάποιοι τραβολογούσαν πάλι τα παιδιά τους, στο Σύνταγμα και τις άλλες πλατείες. Για να δώσουν λουλούδια στους πολιτικούς να τους φιλήσουν, να φωτογραφηθούν μαζί τους. Να προσθέσουν δηλαδή ένα φίλτρο αγνότητας στα γαλάζια, πράσινα, κόκκινα, μπλε (σκούρα) οράματα του μπαμπά. Και τώρα που ήρθε η διάψευση, τα παιδιά επιστρατεύονται για τον αντίθετο ρόλο. Με πεδίο αυτή την φορά τις πλατείες των «αγανακτισμένων». Έχουν καταλάβει ότι «κάτι αλήθεια συμβαίνει εδώ, κάτι μυστικό, κάτι πλούσιο και παράξενο σαν τοπίο του βυθού» και θέλουν να το κάνουν σαν τα μούτρα τους.
Και μην τους υποτιμάτε. Αν δεν ελεγχθούν αυτοί οι «πέντε δέκα γελοίοι» θα μετατρέψουν σιγά - σιγά τις συγκεντρώσεις των «αγανακτισμένων» σε σουβλακοφραπεχαβαλέ ρεάλιτι. Είναι νόσος μολυσματική.
29/5/11
Δύο εικόνες, χιλιάδες λέξεις, μία Χώρα
Ως λάτρης αμετανόητος του λόγου, θεωρούσα πάντοτε ότι η φράση «μία εικόνα, χίλιες λέξεις» είναι άδικη. Άρχισα ωστόσο τελευταία να αναθεωρώ τις απόψεις μου. Οι εικόνες βέβαια δεν ήταν μία, αλλά δύο• και μάλιστα, τηλεοπτικές εικόνες. Ούτε οι λέξεις ήταν χίλιες. Ηταν, αντίθετα, αμέτρητες λέξεις, αναλύσεις και συνθήματα.
Η πρώτη εικόνα: Ενας τρομοκράτης-μύθος εκτελείται. Χωρίς δίκη, χωρίς δικαστές. Χωρίς καν την τελευταία λέξη που δικαιούται και ο τελευταίος εγκληματίας. Κουρασμένος, άοπλος, ένας τρομοκράτης σε σύνταξη. Εκτελείται ωστόσο, δεν συλλαμβάνεται. Την επέμβαση διατάσσει ο ίδιος ο Πρόεδρος της Χώρας, την εξέλιξη παρακολουθεί μαζί με όλο το επιτελείο του, αργότερα κάποιες εικόνες δίδονται στους προέδρους των άλλων χωρών, σε εμάς όλους. Πτώμα δεν υπάρχει, μόνον ίχνη αίματος. Η απουσία μιας εικόνας έχει κάποτε την ίδια δύναμη με την ύπαρξη της.
Η δεύτερη εικόνα: Ενας πανίσχυρος άνδρας της παγκόσμιας οικονομίας συλλαμβάνεται με χειροπέδες, διαπομπεύεται, κλείεται σε μια άγρια φυλακή. Σε αυτή την περίπτωση υπάρχουν δικαστές, έγινε δίκη, θα γίνουν δίκες. Υπήρξε καταγγελία, λένε. Αθώος η ένοχος; Καμιά σημασία δεν έχει. Εχει ήδη καταδικαστεί, χωρίς την δίκη. Για ποιο αδίκημα; Καμιά σημασία δεν έχει. Η τηλεοπτική εκόνα είναι αμείλικτη, η Χώρα και η δικαιοσύνη της αδέκαστη. «Όλοι είναι ίσοι απέναντι στον νόμο», διακηρύσσει. Οι αφελείς δακρύζουν από συγκίνηση. Το γεγονός, ότι λίγοι διαθέτουν μερικά εκατομμύρια δολλάρια για να μισθώσουν επιφανείς δικηγόρους, η να ανταλλάξουν την σκληρή φυλακή τους με μια άλλη -πολιτισμένη και ηλεκτρονική- δεν φαίνεται να τους απασχολεί. Στην Χώρα των ίσων ευκαιριών, τις ευκαιρίες έχουν μόνον οι νικητές. Ερωτήματα δεν υπάρχουν. Ολα τα ερωτήματα για την Χώρα μένουν αναπάντητα.
Οι σχοινοτενείς αναλύσεις, οι αμέτρητες λέξεις: Δεν χρειάζονται πια. Αρκούν οι δύο εικόνες: Η εκτέλεση του Μπιν Λάντεν• η σύλληψη του Στρος Καν. Σε λίγα λεπτά τηλεοπτικού χρόνου συμπυκνώνονται εκατομμύρια λέξεις: Για το πολιτικό «ήθος» των Ηνωμένων Πολιτειών• για τον έκδηλο πουριτανισμό της Χώρας και την υποκρισία των θεσμών της• για τον μηδενισμό, όπου επιτρέπουν οι συνθήκες, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων• για την κουλτούρα της βίας. Η Χώρα είναι επικίνδυνη, όχι απλώς επειδή αποτελεί την μόνη υπερδύναμη. Επειδή, παράλληλα, στηρίζει την ισχύ της σε αξίες που κάνουν τον διαφωτισμό να ωχριά, σε ένα ύπουλο θεοκρατισμό, σε συντηρητικές παρωπίδες. Τα πολλά καλά της –ο υπογράφων τα έχει ζήσει από κοντά- μοιάζει να βρίσκονται σε άτακτη υποχώρηση.
Το δράμα μου ωστόσο είναι άλλο. Κάτω από το προσωπείο ενός άγιου προφήτη, ο Μπιν Λάντεν μου προκαλούσε απέχθεια. Οι εντολοδόχοι ενός Θεού –του όποιου Θεού- είναι πάντοτε οι προπομποί κάποιου Μεσαίωνα. Ετσι, ο ατέρμων κύκλος αθώων θυμάτων, που εκείνος άνοιξε με τρόπο εντυπωσιακό, δεν οδήγησε σε μια καλύτερη ανθρωπότητα. Αντίθετα, της πρόσθεσε νέα θύματα, μισαλλοδοξία και φόβο.
Ούτε ο Στρος Καν μου ήταν συμπαθής. Δεν εννοώ σαν άνθρωπος. Ανήκε ωστόσο στους εκπροσώπους –τους επιφανείς εκπροσώπους- ενός παράλογου οικονομικού «συστήματος», που έχει εγκλωβίσει τις ανθρώπινες αξίες και τις ιστορίες εθνών σε οθόνες υπολογιστών και ομόλογα.
Ετσι, καθώς αναγκάζομαι σήμερα να υπερασπιστώ τον νεκρό Μπιν Λάντεν και τον ημιθανή Στρος Καν, κρύος ιδρώτας με περιλούει. Τα βράδυα, μάλιστα, βλέπω καμιά φορά εφιάλτες: Οτι ύστερα από πολλά χρόνια, συμμετέχω κι εγώ σε μια πορεία που καταλήγει στην πρεσβεία των Ηνωμένων Πολιτειών. Τα συνθήματα είναι τώρα «Μπιν, ζεις, εσύ μας οδηγείς» και «Ντομινίκ, μαζί, έξω από την φυλακή». Καθώς ξυπνώ αλαφιασμένος με υποδέχεται, ευτυχώς, το φως της χώρας μου. Εκείνη ζεί τώρα τους δικούς της εφιάλτες, έχει όμως κάνει βήματα προς την αυτογνωσία της. Είναι η μόνη οδός προς ένα άλλο μέλλον.
Η επιστροφή του αφρόνου
Ο ψηλός άνδρας με το τσαλακωμένο Αρμάνι, έκλεισε πίσω του τη βαριά ξύλινη πόρτα ασφαλείας και κοντοστάθηκε στο μαρμάρινο πλατύσκαλο.. Το αξύριστο πρόσωπο του στράφηκε δεξιά κι αριστερά, κοιτάζοντας για τελευταία φορά τον πελώριο φροντισμένο κήπο της βίλλας που τον στέγασε για δέκα ολόκληρα χρόνια. Δεν θα ξανάνοιωθε ποτέ στις γυμνές πατούσες του τη βελούδινη δροσιά του γκαζόν, δεν θα ξανάπαιρνε ποτέ το πρωινό του στο μαρμάρινο τραπέζι δίπλα στους πετρόκηπους, δεν θα ξανάκουγε ποτέ τον ήχο του νερού που κυλούσε μυστικά ανάμεσα στις ξωτικές ορχιδέες και τις αποκίες των μπονζάϊ. Κι όμως, δεν το ένοιαζε καθόλου, αντιθέτως ήθελε να φύγει. Να φύγει αμέσως και μακριά απ' αυτό το πολυτελές κολαστήριο.
Κατέβηκε τη σκάλα και προχώρησε στο πλακόστρωτο δρομάκι προς την καγκελόπορτα. Έπιασε ασυναίσθητα τα κλειδιά του αυτοκινήτου που είχαν ξωμείνει στην τσέπη του σακκακιού. Η απαστράπτουσα BMW ήταν εκεί, σ' ένα από τα τρία σκεπαστά γκαράζ, δίπλα στο Καγιέν και το SMARTάκι της κυρίας. Ο άνδρας κοίταξε με σμιχτά φρύδια τη μπέμπα που κάποτε λάτρεψε με τόσο πάθος. Το μεταλλικό της χρώμα, τα δερμάτινα καθίσματα, τις αστραφτερές της ζάντες... Έβγαλε τα κλειδιά και τα ζύγισε στην παλάμη του. Κι έπειτα, αντί να πατήσει το κουμπί που άνοιγε τον συναγερμό, σήκωσε το μπράτσο και εκσφενδόνισε τα κλειδιά με όλη του τη δύναμη προς στο κέντρο της μεγάλης πισίνας. Το «μπλούμ» που έκανε η αρμαθιά καθώς συνάντησε το ήρεμο νερό, ξύπνησε μέσα του χιλιάδες εικόνες.
Τι πάρτυ, τι γλέντια, τι gala είχε ζήσει σ' αυτή την πισίνα... Σειρές από τραπέζια με ψητές ψαρούκλες και ροδαλά γουρουνόπουλα, μάγειροι να σερβίρουν και λευκοντυμένα γκαρσόνια να πηγαινοέρχονται, φαναράκια και πυρσοί να φέγγουν απόκοσμα, φελοί από σαμπάνιες να πετάγονται στον αέρα, μόδιστροι και managers να περιφέρονται γελώντας, κοσμικοί και διαφημιστές να χαριεντίζονται, χρηματιστές και μοντέλα να βουτάνε μεθυσμένοι στα νερά. Κι εκείνος ανάμεσα τους, ένα με την υψηλή αυτή κοινωνία, δίπλα στην εντυπωσιακή του κυρία. Πόσες μποτίλιες ακριβό ουίσκυ είχαν πιεί, πόσες γραμμές κόκα είχαν σνιφάρει, πόσες παρτούζες είχαν κάνει δίπλα και μέσα σ' αυτή την πισίνα. Τι καρα-μαλάκας, τι βλάκας πατενταρισμένος ήταν τελικά, που νόμιζε ότι αυτή ήταν η πραγματική ζωή και η ουσιαστική ευτυχία. Έτρεξε προς την έξοδο.
Πριν κλείσει πίσω του η περίτεχνη καγκελόπορτα, την είδε να στέκεται πίσω από το τζάμι της μπαλκονόπορτας, περιστοιχισμένη απ' την μεταξωτή Παριζιάνικη κουρτίνα της. Ψηλή, ξανθιά, φροντισμένη και εντυπωσιακή όπως πάντα, τον παρατηρούσε με τα ψυχρά γαλάζια μάτια της, όπως θα παρατηρούσε έναν Αφγανό μετανάστη που σκούπιζε το πεζοδρόμιο. Τώρα πια ο άνδρας καταλάβαινε με απόλυτη διαύγεια αυτό που δεν μπορούσε να αντιληφθεί δέκα ολόκληρα χρόνια: Τον είχε χρησιμοποιήσει για να κάνει το καπρίτσιο της και τώρα δεν ήταν γι' αυτήν απολύτως τίποτα. Κι όμως, αντί αυτό να τον πειράξει, αντί να τον εξοργίσει, έφερε μέσα του μια παράξενη ηρεμία και γαλήνη. Μόλις βρέθηκε στον δρόμο, πήρε μια βαθιά ανάσα κι ένοιωσε χίλιες τοξίνες να φεύγουν από μέσα του.
Περπάτησε για περισσότερο από ένα χιλιόμετρο ανάμεσα σε μάντρες από βίλλες, μέχρι που βγήκε στον κεντρικό. Έψαξε να βρει που ήταν η στάση του λεωφορείου. Πόσα χρόνια είχε να μπει σε λεωφορείο και πόσο έκανε άραγε το εισιτήριο; Λίγο αργότερα καθώς κατηφόριζε προς το κέντρο, έβλεπε τα φώτα των βορείων προαστείων να περνούν μπροστά του έξω από τα τζάμια του αστικού. Όλα τα σκέφτηκε εκεί, ακουμπισμένος στο κάγκελλο της γαλαρίας, περιστοιχισμένος από Φιλλιπινέζες και κηπουρούς που γύριζαν σπίτι τους μετά το μεροκάματο. Μονολογούσε συχνά και τα κότσια της παλάμης του κοκκίνιζαν καθώς έσφιγγε το πλαστικοποιημένο μέταλλο απ' τη μανία και την ανημπόρια του. Δεν τα 'χε με κανέναν, μόνο με τον εαυτό του:
«Τι δουλειά είχα εγώ ρε, στα βόρεια προάστεια; Τι τις ήθελα τις βίλλες και τις BMW; Στη Λένορμαν μεγάλωσα σ' ένα δυάρι πάνω από ένα βενζινάδικο, πως βρέθηκα εγώ στα Κεφαλάρια; Τορναδόρος ήμουνα, τι δουλειά είχα με διευθυντές και εισοδηματίες; Πως μπόρεσα να φανταστώ ότι με θεωρούσαν ίσο τους; Πως ψωνίστηκα έτσι με τα Αμπρεβουάρ και τα Καστελόριζα; Έμαθα τα φιλέτα και τα Ριμπ-Άϊ και ξέχασα το κοκκινιστό με τις μπάμιες. Έμαθα τις αστακομακαρονάδες και ξέχασα τον γαύρο και το μαριδάκι. Τι δουλειά είχα εγώ ρε στα Μιλάνα και τα Παρίσια κάθε τόσο, για να ψωνίζω Αρμάνια και Πράντα; Που τα 'χα μάθει εγώ όλα τούτα και ξαφνικά μου 'γίναν απαραίτητα; Άφησα τη θύρα μου στο γήπεδο κι άρχισα να πηγαίνω στις σουίτες και να τρώω καναπεδάκια ενώ έβλεπα την ομάδα. Και να πηγαίνω στους τελικούς του Τσάμπιονς Λίγκ με απ' ευθείας πτήση. Τι σχέση είχα εγώ με τα μεγάλα γήπεδα και τα χορτάρια τους; Εγώ ήθελα να βλέπω την ομάδα με τον ΠΑΟΚ και τον Λεβαδειακό και να δέρνομαι. Ας το διάολο...»
Κατέβηκε στο τέλος της διαδρομής, πήρε πάλι την κατηφόρα κι έφτασε με τα πόδια ως τη Ζήνωνος, περνώντας ανάμεσα σε πρεζάκια και Κούρδους μαχαιροβγάλτες. Ρώτησε ποιο λεωφορείο πρέπει να πάρει για τον νέο του προορισμό και μπήκε πάλι σ' ένα σαράβαλο γεμάτο θλιμένες φάτσες. Καθώς κατευθυνόταν προς τα δυτικά, συνέχισε να μονολογεί:
«Αμ αυτή; Τι μου βρήκε αυτή και με σπίτωσε στο μέγαρο της; Όταν πρωτομπήκα εκεί μέσα, όσα έβγαζα εγώ όλο το μήνα αυτή τα ξόδευε μόνο για βερνίκια νυχιών και κομμωτήρια. Πως καταδέχτηκα εγώ την κάρτα της; Πως δέχτηκα δώρα αυτοκίνητα και κότερα; Δεν ήξερα πως κάποια στιγμή, θα τα ζητούσε με κάποιο τρόπο πίσω; Τι ήθελα εγώ να ξαπλώνω στις Ψαρούδες και να ζεσταίνομαι στα τζάκια των Έλατων; Τόσο ωραία γαμούσα δηλαδή; Αμ αυτή; Σιγά το γαμήσι που έκανε. Πλαστικό και βιτσιόζικο όπως όλα γύρω της, χωρίς αγάπη, χωρίς ζεστασιά. Κατανάλωση κι αυτό, σαν όλα τ' άλλα. Στα καταστρώματα απ' τα σκάφη και στις ιδιωτικές σάουνες. Α να χαθώ πια ο μαλάκας, που νόμιζα ότι έτσι ζω πραγματικα.»
Κατέβηκε πάλι στο τέρμα της διαδρομής. Πήρε αργά-αργά τον δρόμο προς τον λόφο. Κοίταζε γύρω του προσπαθώντας να αναγνωρίσει την παλιά του γειτονιά. Μονοκατοικίες της κακιάς ώρας και ατσούμπαλα αυθαίρετα που είχε χτιστεί μέσα σε μια νύχτα πλαισίωναν τον κακομοιριασμένο στενό δρόμο. Είχε να έρθει εκεί δέκα χρόνια. Πολλά είχαν αλλάξει, όχι όμως η μυρωδιά της φτώχειας. Μόλις έφθασε στην πλατειούλα, κάθισε σ' ένα παγκάκι, άναψε ένα τσιγάρο κι έκανε τις τελευταίες σκέψεις του:
«Και για όλη αυτή τη μαλακία, εγκατέλειψα δέκα χρόνια τώρα την κακομοίρα τη γυναίκα μου. Την άφησα στη φτώχεια της κι έφυγα. Όμως τώρα γύρισα, γιατί κατάλαβα πως μόνο αυτή μ' αγάπησε, πως μόνο αυτή άξιζε. Τελικά, μόνο η ζωή δίπλα της είχε νόημα. Μόνο μαζί της ήμουν ο πραγματικός μου εαυτός. Θα ξαναμπω στο σπίτι μου κι όλα αυτά τα γελοία πλούτη και οι φαντασμένες επιδείξεις θα εξαφανιστούν σαν εφιάλτης. Θα ζήσουμε φτωχικά, με λίγα μεροκάματα, με μια μεταχειρισμένη βέσπα για να μετακινούμαστε, με λίγους πραγματικούς φίλους, με κανένα σινεμά και σουβλατζίδικο για διασκέδαση... αλλά θα ζήσουμε με ειλικρίνεια και αγάπη. Θα ζήσουμε στα κυβικά μας βρε αδερφέ και γι' αυτό θα είμαστε ευτυχισμένοι.»
Πέταξε το τσιγάρο αποφασισμένος, περπάτησε δυο στενά παραπέρα και στάθηκε μπροστά σε μια παλιά αλουμινένια πόρτα. Χτύπησε το κουδούνι και περίμενε. Η χοντρή φιγούρα της γυναίκας του μέσα σε μια λουλουδάτη ρόμπα, γέμισε το άνοιγμα της θύρας. Τον κοίταξε με μάτια καρτερικά, σαν να μην ένοιωσε καμία έκπληξη που ήταν εκεί, σα να τον περίμενε. «Καλησπέρα» της είπε. Αυτή κούνησε το κεφάλι και παραμέρισε για να τον αφήσει να περάσει. Το στενό δωμάτιο μύριζε όσπριο και μούχλα. Ο άντρας παρατήρησε το παλιό του σπίτι. Το ψυγείο ήταν του 80, τα ντουλάπια της κουζίνας είχαν ξεφτίσει, μερικά πλακάκια είχαν ξεκολήσει. Το κουρτινάκι που κρεμόταν στο παραθυράκι προς τον ακάλυπτο δεν είχε πια κανένα χρώμα. Η λαδομπογιά στους τοίχους ήταν ζωγραφισμένη από την υγρασία.
«Να σου βάλω κάτι να φας, θα 'σαι κουρασμένος» την άκουσε να λέει. «Βάλε» αναστέναξε ο άνδρας. «Φακές έχω» ξανάπε αυτή. «Ωραία» απάντησε ο άνδρας. Την κοίταζε καθώς του ετοίμαζε το φαγητό. Τα μαλλιά της ήταν ξασμένα, τα νύχια των χεριών της σκληρά και κομένα από τη ρίζα. Οι φτέρνες της έβγαιναν έξω από τις σαγιονάρες και ήταν σκασμένες, καφετιές. Καθαρίστρια δούλευε η γυναίκα τόσα χρόνια, τι χέρια και τι πόδια να είχε; Το παχύ κουρασμένο της πρόσωπο έκανε παράξενες γκριμάτσες καθώς άφηνε στο καρώ τραπεζομάντηλο το ψωμί και το ποτήρι του κρασιού. Ο άντρας έτριψε με το χέρι του το αξύριστο πηγούνι του. Δεν του άρεσε εκεί μέσα. Καθώς έβαζε στο στόμα του κουταλιές με φακές, τα πράγματα ξεκαθάριζαν στο μυαλό του ακόμα πιο πολύ. Τώρα πια ήξερε όλα τα δεδομένα με απόλυτη διαύγεια. Ούτε την άλλην ήθελε, ούτε τούτη εδώ. Ούτε εκεί γούσταρε, ούτε εδώ μπορούσε.
Καθώς η γυναίκα έσερνε αγκομαχώντας μια καρέκλα και καθόταν δίπλα του, ο άνδρας έκλεισε τα μάτια για να βάλει τις σκέψεις του σε μια σειρά. Κάποια καταστροφή πολύ μεγαλύτερη απ' αυτή που φανταζόταν, είχε συντελεστεί μέσα του. Δεν ανήκε πουθενά, σε καμιά εστία. Το ένα ρούχο ήταν τόσο φαρδύ που δεν στεκόταν καθόλου πάνω του και το άλλο τόσο στενό που ήταν αδύνατο να το φορέσει. Ήταν λοιπόν γυμνός μέσα στον παγωμένο κόσμο. Και δεν ήταν είκοσι χρονών για να έχει την πολυτέλεια της άγνοιας. Ήξερε πια καλά ότι κάπου πρέπει υποχρεωτικά να πατήσει, από κάπου να ξαναξεκινήσει, αλλά με πλήρη συνείδηση πως όσα απώλεσε δεν θα ξαναγυρίσουν. Δεν είχε άλλη επιλογή, θα έμενε εκεί και θα 'βλεπε τι θα 'κανε. Την κοίταξε για πρώτη φορά κατάματα και συνειδητοποίησε ότι αυτά τα ξεπλυμένα μάτια με τα οποία θα περνούσε την υπόλοιπη ζωή του, τα μισούσε όσο μισούσε και τα γαλάζια της άλλης. Στην πραγματικότητα, τον εαυτό του μισούσε. Κι όμως, ώριμος και συμβιβασμένος πια, χωρίς ψευδαισθήσεις και ανεδαφικά όνειρα, άπλωσε το χέρι του και ακούμπησε το πόδι της ανάμεσα στη σχισμή της ρόμπας. Το έσφιξε λίγο, η κυταρρίτιδα έπνιξε το γόνατο.
«Δραχμούλα μου» τής είπε με φτιαχτή τρυφερότητα, «ξαναγύρισα».
Ο ΓΑΠ έχει ιστορική ευκαιρία, μετά τις τελευταίες εξελίξεις, γιατί:
Του Στάθη Δ.
α) Οι εταίροι βάζουν πλάτη, μαζί και η μεγάλη μας φίλη (οχι η ΕΤΕ, η άλλη)
β) Οι εξ’ Ανατολών έχουν τα δικά τους θέματα και ο “κουμπάρος” δεν φαίνεται να έχει περίεργες βλέψεις πρός το παρόν, μάλλον το αντίθετο
γ) Ο μεγάλος αντίπαλος, η αξιωματική αντιπολίτευση, αποδεικνύεται όχι απλώς κατώτερος των περιστάσεων άρα και εν δυνάμει εναλλακτική λύση, αλλά επικίνδυνος (αυτό δείχνουν όλες οι δημοσκοπήσεις, αλλά και η Τρόϊκα που απέρριψε ξερά το φορολογικό μιλώντας για “μεγαλόπνοα” σχέδια, ήτοι, σε διπλωματική γλώσσα “είστε καλαμοκαβαλάρηδες”)
δ) Ο κόσμος δεν είναι χαζός, άσχετα από την “αντιμνημονιακή ρητορεία” καταλαβαίνει ότι χρειάζονται δραστικά μέτρα
Αν λοιπόν κάνει (επιτέλους) τα αυτονόητα, θα ξαναγίνει Γιώργος από Γιωργάκης που (ξανα)αποκαλείται εσχάτως:
1. Μικρό και αξιόπιστο (άρα λειτουργικό) σχήμα
2. Ξεδόντιασμα συντεχνιών (και μέσα σ’ αυτές βάζω πρώτ’ απ’ όλα το “βαθύ” ΠΑΣΟΚ)
3. Συμμάζεμα
Τα ερωτήματα είναι λοιπόν, με σειρά προτεραιότητας:
i) Το έχει κατανοήσει?
ii) Θέλει?
iii) Μπορεί?
iv) Θα τον αφήσουν? (αν πάντως αποδείξει τα τρία πρώτα η βαρύτητα του τέταρτου μειώνεται νομίζω, υπό την [θετική] πίεση του κόσμου)
Καθρέφτι καθρεφτάκι μου...

σ' όλη τη γη μοναδικό,
εκατό να εξοδεύει και πενήντα να μαζεύει;...
Να τρέφει όλους τους αργούς, Να 'χει επτά Πρωθυπουργούς,
ταμείο δίχως χρήματα
και δόξης τόσα μνήματα;
Να 'χει κλητήρες για φρουρά
και να σε κλέβουν φανερά,
κι ενώ αυτοί σε κλέβουνε
τον κλέφτη να γυρεύουνε;
Κλέφτες φτωχοί και άρχοντες με άμαξες και άτια,
κλέφτες χωρίς μια πήχη γη και κλέφτες με παλάτια,
ο ένας κλέβει όρνιθες και σκάφες για ψωμί
ο άλλος το έθνος σύσσωμο για πλούτη και τιμή.
Όλα σ' αυτή τη γη μασκαρευτήκαν
ονείρατα, ελπίδες και σκοποί,
οι μούρες μας μουτσούνες εγινήκαν
δεν ξέρομε τι λέγεται ντροπή.
Ο Έλληνας δυο δίκαια ασκεί πανελευθέρως, συνέρχεσθαί τε και ουρείν εις όποιο θέλει μέρος.
Χαρά στους χασομέρηδες! χαρά στους αρλεκίνους!
σκλάβος ξανάσκυψε ο ρωμιός και δασκαλοκρατιέται.
Γι' αυτό το κράτος, που τιμά τα ξέστρωτα γαϊδούρια,
σικτίρ στα χρόνια τα παλιά, σικτίρ και στα καινούργια!
Και των σοφών οι λόγοι θαρρώ πως είναι ψώρα,
πιστός εις ό,τι λέγει κανένας δεν εφάνη... αυτός ο πλάνος κόσμος και πάντοτε και τώρα, δεν κάνει ό,τι λέγει, δεν λέγει ό,τι κάνει.
Σουλούπι, μπόι, μικρομεσαίο,
ύφος του γόη, ψευτομοιραίο.
Λίγο κατσούφης, λίγο γκρινιάρης, λίγο μαγκούφης, λίγο μουρντάρης.
Σπαθί αντίληψη, μυαλό ξεφτέρι, κάτι μισόμαθε κι όλα τα ξέρει.
Κι από προσπάππου κι από παππού
συγχρόνως μπούφος και αλεπού.
Και ψωμοτύρι και για καφέ
το «δε βαριέσαι» κι «ωχ αδερφέ».
Ωσάν πολίτης, σκυφτός ραγιάς σαν πιάσει πόστο: δερβέναγας.
Θέλει ακόμα –κι αυτό είναι ωραίο–
να παριστάνει τον ευρωπαίο.
Στα δυο φορώντας τα πόδια που 'χει
στο 'να λουστρίνι, στ' άλλο τσαρούχι.
28/5/11
ΤΟ ΒΗΜΑ - Ομπάμα: Στήριξη στην Ευρώπη για τη διάσωση της Ελλάδας - oικονομία

κατά τη διάρκεια της Συνόδου των G8 στο Ντοβίλ
Τηλεγράφημα του γερμανικού πρακτορείου ειδήσεων DPA από την Ντοβίλ με τίτλο «Ο Ομπάμα ανήσυχος για την ελληνική κρίση», αναφέρει τα εξής:
Ο αμερικανός πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα εμφανίστηκε ανήσυχος στη Σύνοδο των G8 για την κλιμάκωση της δημοσιονομικής κρίσης στην Ελλάδα. Οπως ανέφεραν ευρωπαίοι διπλωμάτες σήμερα, στο περιθώριο της συνάντησης στην Ντοβίλ, ο πρόεδρος διαβεβαίωσε τους Ευρωπαίους για την υποστήριξή του στην επίλυση της κρίσης. Παραμένει ωστόσο ανοιχτή η συγκεκριμένη μορφή της εν λόγω στήριξης.
Ο Ομπάμα παραδέχτηκε ανοιχτά ότι υπάρχουν δημοσιονομικά προβλήματα στη χώρα του. Οι υπερχρεωμένες ΗΠΑ έχουν μόνο περιορισμένα περιθώρια βοήθειας και δεν μπορούν πλέον να βοηθήσουν ως παγκόσμια ατμομηχανή ανάπτυξης, επεσήμανε ο ίδιος.
Πρόσθεσε δε ότι στη Σύνοδο κορυφής της ΕΕ κατέστη σαφές ότι κυρίως η Ασία και η Λατινική Αμερική συνέβαλαν στην ανάκαμψη της παγκόσμιας οικονομικής ανάπτυξης, ενώ οι Ευρωπαίοι είναι απασχολημένοι κυρίως με τις δημοσιονομικές κρίσης σε αρκετές χώρες της Ευρωζώνης.
Στη συζήτηση με τους διεθνείς εταίρους τους, οι Ευρωπαίοι ζήτησαν να δοθεί χρόνος, για την επίλυση της κρίσης χρέους της Ελλάδας. Η ελληνική κυβέρνηση θα πρέπει – όπως ελέχθη – να εφαρμόσει νέα μέτρα λιτότητας αλλά θα πρέπει να αποφασιστεί και πρόσθετη δανειακή βοήθεια. Υπήρξε συμφωνία να μην ακολουθηθούν νέοι δρόμοι για την επίλυση της κρίσης. Το ενδεχόμενο αναδιάρθρωσης του ελληνικού αποτελεί διαφιλονικούμενη λύση στην Ευρώπη, ενώ και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα είναι αυστηρά αντίθετη με κάτι τέτοιο.
